0

Μην είσαι διαφορετικός, δεν επιτρέπεται!

Κάθε εβδομάδα θα έρθει στο γραφείο και ένα καινούριο περιστατικό ενός παιδιού που έχει αναπτύξει σχολική φοβία, που σωματοποιεί τα συμπτώματα του αφόρητου άγχους του, που έχει πέσει η απόδοσή του. Κάθε βδομάδα θα ακούσω μία ακόμη ιστορία για το πως περιθωριοποιείται ένα παιδί που μιλά άλλη γλώσσα, έχει άλλο χρώμα, δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να έχει τα πιο μοδάτα ρούχα και παπούτσια, δε μιλά καθαρά, είναι ψηλό, κοντό, με λίγα παραπάνω κιλά και η λίστα δεν τελειώνει.

Οι γονείς έρχονται με μένος για το σχολείο που δεν προσέχει, δε φροντίζει τα παιδιά τους και οι δάσκαλοι απαντούν ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι όταν οι οικογένειες δεν βοηθούν. Kαι στη μέση τα παιδιά σάντουϊτς, που ακουν ενηλίκους να διαφωνούν, για το ποιος φταίει περισσότερο, για το γεγονός ότι τα ίδια είναι ή δημιουργούν ένα πρόβλημα. Θυμόμαστε ως κοινωνία το σχολικό εκφοβισμό, κάθε φορά που ένα παιδί τερματίζει τη ζωή του, φεύγει από το σπίτι του, φτάνει στα άκρα γενικώς. Κάνουμε ημερίδες, βγάζουμε φυλλάδια, μιλάμε στα παιδιά, ζωγραφίζουν τα παιδιά, βλέπουν βίντεο.

Για το καθημερινό όμως αυτό μαρτύριο που περνούν τα παιδιά , για ένα σχολείο που γίνεται αφόρητο, που η γνώση δεν έχει θέση σε ένα πλαίσιο που συναισθηματικά τα αποστραγγίζει, δε μιλά κανείς. Ούτε για εκείνα τα παιδιά που με πιο έντονες συμπεριφορές στρέφονται εναντίον των συμμαθητών τους, προσπαθώντας να εκτονώσουν μια ένταση που κουβαλούν και δεν τους αναλογεί ή για να βρουν λίγη αποδοχή , αφού έχουν πρώτα δοκιμάσει άλλες μεθόδους που δεν πέτυχαν . Ούτε βέβαια και κανείς θα μιλήσει για εκείνα τα παιδιά που απλά παρατηρούν αυτές τις συμπεριφορές και τις διενέξεις, και μπορεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο να σωματοποιήσουν συμπτώματα άγχους με σκέψεις ” και αν είμαι ο επόμενος;” ” μήπως κάτι μπορούσα να κάνω και δεν κάνω;”

Ούτε όμως εγώ θα μιλήσω για αυτά τα παιδιά, θα μιλήσω για εμάς τους γονείς, τους δασκάλους, τους ενήλικες. Αναρωτιέμαι, πριν σηκώσουμε το δάχτυλο να κατηγορήσουμε κάποιον άλλο, τί μηνύματα περνάμε στα παιδιά μας, τί ζητάμε από εκείνα; Νομίζω ότι εκείνο που διέπει το σχολείο, τη γονεϊκότητα, την κοινωνική αποδοχή είναι η μη παρέκλιση από το μέσο όρο. Όλα τα παιδιά πρέπει να είναι όμορφα, όλα να είναι άριστοι μαθητές, καλοί αθλητές, να μην αντιμιλούν, να κάθονται ήσυχα, να μη διαφωνούν με την αυθεντία των ενηλίκων, να μην συναναστρέφονται μειονότητες, γιατί αυτό μειώνει το κοινωνικό στάτους της οικογένειας, να έχουν φίλους τους πιο δημοφιλείς στο σχολείο. Και αυτό είναι ένα τεράστιο βάρος για τα παιδιά, που δεν είναι δυνατόν να μην είναι μεταξύ τους διαφορετικά, γιατί έχουν διαφορετικά γονίδια, μεγαλώνουν σε διαφορετικές οικογένειες και έχουν διαφορετικές εμπειρίες. Είναι όμως και τεράστια αποτυχία δική μας, όταν εξορισμού ζητάμε από τα παιδιά να συνθλίβουν τη διαφορετική τους οπτική, να σκέφτονται τετριμένα, να συμπεριφέρονται κουρδισμένα. Και είμαστε εμείς, όλοι εμείς γονείς και δάσκαλοι, που ασυνείδητα αλλά με συνέπεια “λέμε” στα παιδιά να επιτεθούν για να αποκρούσουν το διαφορετικό, να το αποδιώξουν ή που “λέμε” ότι δεν είσαι αρκετά καλός για να είσαι ένας μέσος όρος.

Μια ματαιότητα είναι αυτές οι επιταγές, αφού εξορισμού ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, με την ικανότητα βέβαια να προσαρμόζεται σε κοινωνικές καταστάσεις και μερικές φορές να δρα με τον τρόπο που εκείνες προβλέπουν, όχι πάντα γιατί πιστεύει ότι αυτό είναι το δόκιμο, αλλά για να μπορεί να κοινωνικοποιείται. Είμαι πεπεισμένη μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, ότι δεν υπάρχουν “κακά” παιδιά, και είμαι επίσης βέβαιη ότι τα παιδιά δεν έχουν πρόθεση να προκαλέσουν κακό, όμως θα εξυπηρετήσουν την ταμπέλα που ο ενήλικας τους έβαλε : “άταχτος”, “τεμπέλης”, “κακός μαθητής” κ.α. Εμείς κάνουμε τη ζωή τους πιο δύσκολη, με τις αφόρητες απαιτήσεις μας. Για αυτό ας κατεβάσουμε το δάχτυλο και ας σηκώσουμε τα μάτια, να κοιτάξουμε λίγο τί μηνύματα θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, αν έχουμε ακούσει όσα εκείνα χρειάζονται.

Θυμηθείτε πως όσοι άνθρωποι ξεχώρισαν, άλλαξαν κάτι σε αυτόν τον κόσμο, προσέθεσαν σε γνώση, σε κοινωνική ευαισθησία, ή σε τέχνη , ήταν όλοι τους άνθρωποι που τους επιτράπει να είναι διαφορετικοί και έκαναν σπουδαία έργα λόγω της διαφορετικότητάς τους.

0

Τώρα θα παίξουμε το “παίξε ελεύθερα”

Oι γονείς που εμπλέκονται ενεργά στο ρόλο τους και ενημερώνονται για τα οφέλη διαφόρων δραστηριοτήτων, βρίσκονται εγκλωβισμένοι συχνά σε δύσκολες αποφάσεις τί να πρωτοκάνουν. Η λίστα τελειωμό δεν έχει, γιατί εκτός του σχολείου, ένα παιδί πρέπει να μάθει Αγγλικά ( που σαφώς πλέον αποτελεί τυπικό και απαραίτητο προσόν για την αγορά εργασίας), να κάνει ένα άθλημα ( που επίσης είναι σημαντική προσθήκη στο πρόγραμμα ειδικά των παιδιών που είναι ιδιαιτέρως ενεργητικά) και από κει και πέρα οι επιλογές αμέτρητες : μουσική, θέατρο, ρομποτική, δεύτερη ξένη γλώσσα, ζωγραφική κ.α. Όλες οι επιλογές είναι εξαιρετικές και όταν οι δράσεις αυτές οργανώνονται από εξειδικευμένους επαγγελματιές τα οφέλη είναι αμέτρητα. Όμως, όλα μαζί δε γίνονται και δε γίνονται γιατί το παιδί δεν εποφελείται από ένα πρόγραμμα αποπνικτικό , που στραγγαλίζει κάθε δικαίωμα του παιδιού να βαρεθεί, να κάτσει και να μην κάνει τίποτα, να μη τον κυνηγάει ο χρόνος.

Τα Σαββατοκύριακα πάλι το πρόγραμμα ξεκινάει από νωρίς. Οι γονείς ψάχνουν άλλες οικογένειες με παιδιά συνήθως, για να περάσουν την ημέρα τους και να δομήσουν το χρόνο τους έτσι ώστε το παιδί τους να μην είναι κλεισμένο μέσα στο σπίτι και να του προσφέρουν πλούσια γνωστικά ερεθίσματα. Συχνά αυτό καταλήγει σε μια Κυριακή απόγευμα, που ο γονιός έχει περάσει όμορφα, αλλά δεν έχει ξεκουραστεί και επίσης δεν έχει βρει το χρόνο να οργανώσει την εβδομάδα του που ξεκινάει.

Οι έρευνες , με μεγάη συνέπεια  τα τελευταία χρόνια, δείχνουν ότι η Σκανδιναβία είναι το μέρος όπου οι συνθήκες ζωής ευνοούν την ψυχική ευημερία και εξέλιξη. Έψαξα να διαβάσω, πως χειρίζονται τα θέματα της γονεϊκότητας για να δω τι μας διαφοροποιεί και είδα ότι πολύ βασικό ρόλο στη διαπαιδαγώγηση και στην εκπαίδευση των παιδιών , διαδραματίζει το μη-κατευθυνόμενο παιχνίδι. Οι γονείς δηλαδή “δημιουργούν” ευκαιρίες κατά βάση, που τα παιδιά αποφασίζουν με ποιον τρόπο θα παίξουν, τί υλικά θα χρησιμοποιήσουν, πότε το παιχνίδι θα ξεκινήσει , πότε θα τελειώσει και ποιο θα είναι το περιεχόμενό του. Για να συμβεί αυτό, αξιοποιούν τη φύση, τις παιδικές χαρές, τις αυλές. Ωθούν τα παιδιά να παίζουν όχι μόνο με παιχνίδια που υπάρχουν αγορασμένα αλλά να φτιάξουν τα ίδια τα παιχνίδια τους, δεν θα κάτσουν δίπλα να τους δείξουν “πώς παίζεται” , αλλά θα ρωτήσουν “πώς θες να παίξουμε;”. Δε θα δημιουργήσουν στο μυαλό τους μια σειρά για το τί πρέπει να γίνει, θα αφήσουν το παιδί να κατευθύνει τη διαδικασία και θα συμμετέχουν προάγωντας τις ιδέες αυτές.

Είναι εντυπωσιακό, αν το σκεφτεί κανείς, ότι το μη κατευθυνόμενο παιχνίδι, είναι κάτι που εμείς όχι μόνο δεν ενισχύουμε στα παιδιά, αλλά συχνά και παρερμηνεύουμε ως “δεν έχει τώρα τί να κάνει…”. Τα παιδιά έρχονται στις συνεδρίες και αναφέρουν συχνά ” η μαμά ή ό μπαμπάς, δε μας αφήνει να παίξουμε ΟΠΩΣ θέλουμε”. Και φυσικά θα παρέμβετε να σταματήσετε μια επικίνδυνη συμπεριφορά, αλλά το να λερωθεί ένα παιδί, το να λερώσει, το να βραχεί και να βρέξει, το να ξεστρώσει το κάλυμμα του καναπέ ή να βγάλει τα μαξιλάρια δεν θα πρέπει ίσως να αποτελούν αφορμές για καβγάδες, αρκεί να μάθω στο παιδί ότι θα πρέπει να συμμετέχει στην αποκατάσταση της ακαταστασίας.

Το μη κατευθυνόμενο παιχνίδι, ενισχύει δεξιότητες που στραγγαλίζονται στην ελληνική πραγματικότητα και στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως η φαντασιακή σκέψη, η δημιουργία, η διαφορετικότητα, η εναλλακτική υπόθεση και η νοητική ευελιξία. Δημιουργήστε συνθήκες στα παιδιά σας να δημιουργήσουν τα ίδια, να χρησιμοποιήσουν τα υλικά διαφορετικά, να εφεύρουν κόσμους με τη φαντασία τους και να σας ταξιδέψουν εκεί, να εκδηλώσουν συναισθήματα ( δύο κούκλες που χτυπιούνται μεταξύ τους , μπορεί να είναι μια πολύ καθαρτική στιγμή για ένα θυμωμένο παιδί). Πολλές φορές έχετε ακούσει πως τα όρια είναι σημαντικά και η σταθερότητα του προγράμματος δημιουργεί ασφάλεια, το παιχνίδι όμως μπορεί και να είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

0

Παιδιά στην εφηβεία, γονείς γεμάτοι απελπισία…

Πολύς λόγος γίνεται για τη διαπολιτισμικότητα ( το αν δηλαδή μια συμπεριφορά εμφανίζεται σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις κοινωνίες) των στοιχείων που συνοδεύουν την εφηβεία, και αν αναρωτιέστε ποια είναι η αξία αυτών των αναζητήσεων, πολύ απλά, αν ένα φαινόμενο δεν εμφανίζεται διαπολιτισμικά , εξαρτάται κατά πολύ από περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Η κοινωνία μας έχει τερατοποιήσει την εποχή της εφηβείας, παιδιά γεννιούνται με πιο απαιτητικούς χαρακτήρες και οι γονείς ακούν ” καλά, να δεις τί έχεις να τραβήξεις στην εφηβεία”. Στα 2- 3 έτη, ένα παιδί κάνει tantrums και οι γονείς πάλι ακούνε ” αν τώρα δεν μπορείς να τον/την κάνεις καλά, τί θα κάνεις στην εφηβεία;”. Κάπως έτσι δημιουργείται μια σκία μαύρη που πλανάται και ένα υπόγειος φόβος που θεριεύει καθώς τα χρόνια περνούν και τα παιδιά πλησιάζουν στο ηλικιακό φάσμα της εφηβείας.

Τα δεδομένα έχουν ως εξής, κατά τη διάρκεια της προεφηβείας και της εφηβείας, τα παιδιά έχουν μια μεγάλη ορμονική διαταραχή και πολύ σημαντικές αλλαγές με τις οποίες πρέπει να παλέψουν σκληρά. Στην πραγματικότητα , για τα ίδια τα παιδιά, σχεδόν τίποτα δε μένει σταθερό. Οι αλλαγές κατά τη διάρκεια της εφηβείας εμπίπτουν στους τομείς της σωματικής ανάπτυξης, της κοινωνικής εξέλιξης και της συναισθηματικής διαχείρισης. Αυτές οι αλλαγές και η ορμονική διαραχή, δικαιολογούν και προβλέπουν τη συναισθηματική αστάθεια και την κυκλοθυμία, και τις απαντήσεις του εφήβου στο  “τί έχεις;” και απαντά “δεν ξέρω” και το εννοεί. Δεν μπορεί να ελέγξει αυτή τη συναισθηματική μετάπτωση , γιατί είναι ορμονική.

Μπαίνοντας στην εφηβεία, το παιδί έχει επιπλέον να αντιπαλέψει έναν ανώριμο μετωπιαίο λοβό, ο οποίος τον κάνει να είναι παρορμητικός και να παίρνει αποφάσεις που τις καθορίζουν τα συναισθήματα και όχι η λογική. Με την ωρίμανση του μετωπιαίου λοβού, έρχεται και μια εκπληκτική κατάκτηση στο τέλος της εφηβείας, η αφαιρετική σκέψη που μαζί της φέρνει την ενασχόληση με θέματα που προηγουμένως δεν ενδιέφεραν το ίδιο το άτομο, όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, οι πολιτικές συνθήκες, οι κοινωνικές ανισότητες κτλ.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το σώμα του εφήβου αλλάζει ραγδαία, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το επηρεάσει, και όσο για τα αγόρια αυτό είναι μεγάλο προνόμιο, μιας και αποκτούν ένα σώμα που εμπίπτει στα κοινωνικά πρότυπα του “ωραίου” άντρα, κάνοντάς τον να φαίνεται πιο ψηλός και μυώδης. Για τα κορίτσια, αυτή η αλλαγή δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική, μιας και το σώμα τους γεμίζει καμπύλες, που δεν ταιριάζουν με τις εικόνες των περιοδικών και τα “μοντελιστικά” πρότυπα της εποχής. Και αν νομίζετε, ότι αυτά είναι όλα, αυταπατάστε. Τεράστιες είναι οι αλλαγές και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Αλλάζουν οι όροι στις φιλικές σχέσεις και πόσο μάλλον στις ερωτικές σχέσεις. Ο έφηβος καλείται, μέσα σε αυτή τη λαίλαπα των αλλαγών, να δημιουργήσει ατομική, κοινωνική και σεξουαλική ταυτότητα, για να μην αναφέρω ότι καλείται να κάνει και επαγγελματικές επιλογές. 

Και ενώ ο καημένος, έχει την ταλαιπώρια του, το σύμπαν του έχει γυρίσει ανάποδα και προσπαθεί να ισορροπήσει σε κινούμενη άμμο, αυξάνονται οι γνωστικές απαιτήσεις και το στρες γιατί καλείται να δίνει παντού εξετάσεις και κυρίως αλλάζουν και οι σχέσεις του με τους γονείς. Ο έφηβος ζει το δράμα του “θέλω τόσο αλλά δεν μπορώ να είμαι αυτόνομος” και ο γονιός από την άλλη αναρωτιέται καθημερινά τί έκανε λάθος και το παιδί του του μιλά απότομα, δε θέλει να τον αγκαλιάζει, σπάει τα όρια και τους κανόνες και δεν ακολουθεί τις υποδείξεις του. Φυσικά για το γονιό αυτή η μετάβαση από την πλήρη φροντίδα και τη θέση στο βασιλικό θρόνο του παιδιού του,  στην επίκριση των θέσεων και των αξιών του, τον φέρνει σε τόση αμηχανία που αντιδρά σπασμωδικά και πολλές φορές άσχημα. Το αποτέλεσμα είναι πόρτες που χτυπούν, τιμωρίες που δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, πράγματα που πέφτουν, και βαρύγδουπες εκφράσεις τύπου ” δε με καταλαβαίνεις”.

Η περίοδος της εφηβείας είναι μια μεγάλη κρίση στο σύστημα της οικογένειας. Ως κρίση ας ορίσουμε μια κατάσταση , όπου οι μηχανισμοί αντιμετώπισης που ως τώρα χρησιμοποιούσαμε φαίνεται να μη λειτουργούν. Η λύση είναι να βρούμε καινούριους μηχανισμούς και να προσαρμοστούμε σε μια καινούρια συνθήκη, διαδικασία που είναι δυναμική και χρονοβόρα.

Η προετοιμασία που είναι εφικτό να έχουμε κάνει, είναι να εστιάσουμε στα θετικά επιτεύγματα της περιόδου και να φυσήξω μακριά το μαύρο σύννεφο που στέκεται πάνω από την περίοδο της εφηβείας. Η μετάβαση στην ενηλικιότητα είναι μια μαγική διαδικασία με καταπληκτικές κατακτήσεις σε όλους τους τομείς που αναφέραμε παραπάνω. Ο στόχος της γονεϊκότητας, δεν είναι άλλος από την ανατροφή ενός αυτόνομου και επαρκή ενήλικα και η εφηβεία είναι το προπαρασκευαστικό στάδιο, που ο γονιός μπορεί να κάνει μόνο μικρές επιδιορθώσεις.

Το πόσο ταραχώδης θα είναι η περίοδος αυτή, εξαρτάται τόσο από το χαρακτήρα του παιδιού, όσο και από τη σχέση που ως τότε έχω καταφέρει να χτίσω με το παιδί μου. Επίσης όμως εξαρτάται από το πόσο έτοιμος είμαι να “αφήσω” το παιδί να αυτονομηθεί και να κάνει τις επιλογές του, να σεβαστώ τη γλώσσα που μιλά, το ντύσιμο που επιλέγει, τις συνήθειες που προφανώς και δεν καταλαβαίνω ή δε συμφωνώ και να δείξω διάθεση να ενταχθώ σε αυτόν τον κόσμο, αποφεύγοντας εκφράσεις του τύπου ” εμείς στα χρόνια μας, σεβόμασταν τους γονείς μας”, “εμείς όταν είμασταν παιδιά, παίζαμε έξω στην αυλή, εσείς όλη μέρα με τα κινητά”.

Ο βασικότερος ρόλος του γονιού σε αυτή την περίοδο, είναι η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του παιδιού, που εξορισμού ταλαντεύται , λόγω των πολλών αλλαγών. Σημαντικότατη συνεισφορά του γονιού επίσης, στην υποστήριξη όταν ο έφηβος αποτυγχάνει, είτε γνωστικά, είτε κοινωνικά είτε συναισθηματικά. Φυσικά η οριοθέτηση, συνεχίζει να αποτελεί μεγίστης σημασίας λειτουργική διαδικασία, αλλά τα όρια και οι κανόνες πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Φυσικά και ο γονιός δεν καλείται να απαρνηθεί τις δικές του αξίες και ιδέες, καλείται να ακούσει αυτές που το παιδί φέρνει στο σπίτι και να συνδιαλλαγεί, όχι απαραίτητα να τις ασπαστεί. Είναι καθήκον του να σεβαστεί τις ανάγκες για απομόνωση, τον ιδιωτικό χώρο του εφήβου που δεν πρέπει να καταπατάται, όπως και είναι καθήκον του να αναθέσει στον εκολαπτώμενο ενήλικα αρμοδιότητες που τον αφορούν, όπως η καθαριότητα του χώρου του, το μάζεμα των ρούχων του, η αποταμίευση για την επίτευξη οικονομικών στόχων, η προετοιμασία μικρών γευμάτων, και όποια άλλη δραστηριότητα ταιριάζει στη δική σας καθημερινότητα και είναι εφικτή.

Ο Νταλί έλεγε ότι το μόνο άσχημο με τη σημερινή νεολαία, είναι ότι δεν ανήκουμε πλέον σε αυτή. Και που ξέρετε ίσως είναι αυτή η απογοήτευση, ότι θα  μπορούσαν και για εμάς να είναι διαφορετικά τα πράγματα ή αυτή η απέραντη και ανιδιοτελής έγνοια να προστατέψουμε τα παιδιά μας από κακοτοπιές, που εμείς θεωρούμε ότι βλέπουμε και ξέρουμε. Μα είναι όμως στα αλήθεια έτσι; Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε ότι πραγματικά ξέρουμε;

 

 

0

Ο μύθος του “καλού” γονιού και άλλες ιστορίες…

Βρισκόμαστε σε μια εποχή , όπου οι γονείς , αναλώνονται ψυχικά, γνωστικά και συναισθηματικά πολύ στο να βρουν τις κατάλληλες πληροφορίες για να μεγαλώσουν “σωστά” τα παιδιά τους. Ο προσανατολισμός αυτός , είναι τόσο μάταιος όσο και απογοητευτικός , όταν εξ’ορισμού προβλέπει να μην κάνεις λάθη , να διαχειρίζεσαι πλήρως και πάντα τα συναισθήματά σου, να μη χάνεις ποτέ την ψυχραιμία σου, να μην έρχεσαι σε σύγκρουση με το σύντροφο σου κτλ. Πολύ απλά, αυτό ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ.

Περνάμε στην εποχή μας από εκείνη τη χρονογραμμή της συναισθηματικής “αποστείρωσης” του περιβάλλοντος που παιδιά μεγαλώνουν.Φοβόμαστε να μιλήσουμε στα παιδιά μας για όσα σκεφτόμαστε, φοβόμαστε να τσακωθούμε μαζί τους, τρέμουμε αν το σχολείο που διαλέξαμε είναι αρκετά καλό, αν οι εξωσχολικές δραστηριότητες είναι αρκετές ή αν ή κόρη και ό γιος της γειτόνισσας συμμετέχουν και σε κάτι άλλο, που εμείς δεν το πήραμε είδηση και “πω,πω…να μην το ξέρω νωρίτερα…αφού τα έψαχνα εγώ, πώς μου ξέφυγε…;” Και φοβόμαστε γιατί θα τους δημιουργήσουμε ψυχικά τραύματα που ύστερα θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή τους. Αυτό που συνήθως πετυχαίνουμε είναι να΄βιώνουμε και να μεταδίδουμε πολύ στρες και να χάνουμε τη δημιουργικότητά μας στον χρόνο που περνάμε με τα παιδιά μας.

Θυμάμαι, ένα παιδί που είχε παραπεμφθεί σε εμένα και όταν συνάντησα την οικογένεια, αντιλήφθηκα ότι ήταν πολύ επιφορτισμένη με το άγχος ότι η οικονομική ανέχεια στερούσε από τα παιδιά τους την πρόοδο, την εξέλιξη, τη “σωστή ψυχαγωγία” κτλ. Αυτό το βάρος φαινόταν να είναι τόσο μεγάλο για την οικογένεια που δημιουργούσε μια παραίτηση από την πλευρά των γονιών, όποτε οικονομικά η κατάσταση χειροτέρευε. Όταν ρώτησα το γιο τους, “αν μπορούσες να επιλέξεις κάτι να κάνεις που θα σε έκανε πολύ ευτυχισμένο τί θα ήταν αυτό;”, το παιδί μου απάντησε, να βάλουν ένα σεντόνι στο σαλόνι, να παριστάνουν πως είναι στη σκηνή και να δούνε ταινία με ποπ κορν.

Προφανώς και το να περνάω χρόνο με το παιδί μου είναι αξία μέγιστη, προφανώς και το να προβληματίζομαι για το πώς θα του “προσφέρω” μια  ζωή που θα τον προικίσει με ερεθίσματα και θα το βοηθήσει να αναπτυχθεί ώριμα είναι αυτοσκοπός, στο εννοιολλογικό περιεχόμενο που του προσδίδουμε διαφωνώ. Το παράσημο του “καλού” γονιού δεν στο δίνουν οι άλλοι, στο δίνει μόνο το παιδί σου. Και για το παιδί σου, υπάρχει μία σημαντικότατη αξία , και αυτή δεν είναι άλλη από το να είναι ευτυχισμένο.

Ευτυχισμένο δε σημαίνει, πάντα να γελά, δε σημαίνει πάντα να συμφωνεί, δε σημαίνει να μη τσακώνεστε. Νομίζω, ότι ευτυχισμένος είναι κάποιος, όταν ξέρει ότι του φέρονται με δικαιοσύνη, αντιλαμβάνεται ότι δεν επικρίνεται για τις επιλογές του, όταν η μικρή φωνούλα που λέει “θέλω να παίξω λίγο, όχι μόνο να τρέχω από δω και από εκεί” εισακούγεται. Είναι κάποιος ευτυχισμένος, όταν μέσα στην οικογένεια του επιτρέπεται να περνά από όλο το φάσμα των συναισθημάτων και να νιώθει ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Είναι ευτυχισμένος κάποιος όταν αντιμετωπίζεται με ειλικρίνεια και όταν βέβαια γνωρίζει και τηρούνται τα όρια που θα επιτρέψουν στην οικογένεια να ζει αρμονικά και να αναζητά τις λύσεις της μέσα από τους κανόνες που έθεσε.

Ο δρόμος της γονεϊκότητας δεν είναι γραμμικός, κάτι βρίσκεις και κάτι χάνεις στη συμπεριφορά σου και μετά κάνεις ένα βήμα πίσω και αναζητάς πάλι τη λύση. Δεν περνά μόνο μέσα από σωστές αποφάσεις και αυτό δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αποτυχία αλλά ως ευκαιρία για μάθηση, μέχρι το επόμενο λάθος. Δεν είναι λιγότερο επαρκής ο γονιός, που επιλέγει να περνά καλά και χωρίς το παιδί του, χωρίς ωστόσο να το παραμελεί.

Η γονεϊκότητα είναι ένα σημαντικότατο οροσήμο στην εξέλιξη του ατόμου, όπου νέοι ρόλοι εισάγονται μάζι με πολύ στρες για το άγνωστο και την ευθύνη. Ο καθένας θα κάνει τις επιλογές του με βάση το σύστημα αξιών του, αλλά είναι σημαντικό να μάθει στο παιδί του να κάνει και εκείνο τις επιλογές του, και αυτό σημαίνει να αποδεχθεί ή και να μπορέσει να απορρίψει αυτό το σύστημα αξιών μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Και τότε, είναι βέβαιο ότι το ίδιο το παιδί θα θεωρεί ότι είχε έναν “καλό” γονιό, έναν συνοδοιπόρο, ένα βατήρα που του έδωσε την ώθηση να ανακαλύψει τη δική του ευτυχία, έξω από τον ίδιο το γονιό, αλλά και θα είναι εκεί πάντα με ανιδιοτέλεια, να το στηρίζει στα δύσκολα και να το ακούει.

0

Ό,τι πιστεύω για εμένα είναι ό,τι με έκαναν να πιστέψω!

Αφορμή για τις σημερινές μου σκέψεις, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό βιβλίο, που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε. Το βιβλίο λέγεται “Το Παλιόπαιδο” και πραγματεύται πως, ο καθένας μας προσπαθεί να ταυτιστεί με τα όσα του προσάπτει το περιβάλλον του, αλλά και πως , μέσα από ένα πραγματικό παράδειγμα εφαρμογής, η λύση είναι εκεί αρκεί να την αναζητήσουμε.

Μετά από πολλά χρόνια σπουδών και άπειρες ώρες  μελέτης, μετά από χιλιάδες έρευνες και εκατομμύρια συμπεράσματα, η επιστήμη αναμοχλεύει μια αλήθεια που ξεπετιέται από παντού. Μόνο ο άνθρωπος που πιστεύει στον εαυτό του , είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Οι υλικές απολάυσεις, η κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση, η επιτυχία όλα είναι σημαντικοί συνοδοιπόροι στο να θέτουμε κίνητρα και να τα κυνηγάμε. Όμως η αποδοχή του ίδιου μας του εαυτού είναι το υψηλότερο βάθρο της πραγματικής ευτυχίας.

Η αυτοπεποίθηση και η αυτο-εικόνα είναι έννοιες που ακούγονται συχνά, αποτελούν ζωτικής σημασίας επίτευγμα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ένα παιδί, κουβαλάει πάνω του όλες τις ταμπέλες που οι γύρω του, με βασικότερη πηγή επιρροής την οικογένεια, του έχουν δώσει. Καλές , κακές ταμπέλες είναι εκεί φορτωμένες στην πλάτη του, ασυνείδητα τις δέχεται, δεν τις αμφισβητεί παρά κοιτά να τις εκπληρώσει. Αν ρωτήσω ένα παιδί , που ο γονιός του φαίνεται κουρασμένος από εκείνο και την εκρηκτική συπμεριφορά του, “τί πιστεύεις ότι κάνεις πολύ καλά”; Η θλιβερή απάντηση που παίρνω , συχνότερα από ότι θα περίμενα, είναι “Τίποτα”.

Τα χαρακτηριστικά που εμείς αποδίδουμε στα παιδιά μας, είναι εκείνα που τείνουν να πιστέψουν, ανεξάρτητα αν η πραγματικότητα πολλές φορές και οι τρίτοι άνθρωποι συχνότερα τα διαψεύδουν. Η διάψευση αυτή, δεν έχει συχνά καμία επιρρόή στην αυτοεικόνα του παιδιού. Σίγουρα έχετε ακόυσει ότι πρέπει να αναφέρομαι στην συμπεριφορά και όχι να γενικεύω το χαρκατηρισμό. Για παράδειγμα, θα ήταν προτιμότερο να πω ” νομίζω ότι για το συγκεκριμένο μάθημα, δεν έκανε αρκετή προσπάθεια στο διάβασμα” παρά ” είσαι τεμπέλης”. Ο λόγος είναι ακριβώς αυτός. Μία συγκεκριμένη πράξη, μπορώ να τη θεωρήσω μεμονωμένο λάθος και να νιώθω πως έχω τη δύναμη να αντιδράσω διαφορετικά. Σε έναν γενικευμένο χαρακτηρισμό, δεν νιώθω πως έχω τον έλεγχο της κατάστασης άρα και δεν θα προσπαθήσω να το αλλάξω, αλλά να το επιβεβαιώσω.

Η στάση αυτή στη μεταξύ μας επικοινωνία, είτε αφορά το γονιό με το παιδί, είτε αφορά επαγγελματικές, φιλικές ή και ερωτικές σχέσεις με προβληματίζει έντονα. Ακούς συχνά συζητήσεις  μαμάδων , μεγαλύτερων παιδιών, που “διαγωνίζονται” ποια περνάει πιο δύσκολα με τα παιδιά της. Αναρωτιέμαι, αν αυτό το σχήμα επικοινωνίας και το να εστιάζουμε στο πρόβλημα, είναι μια μεμαθημένη συμπεριφορά που κουβαλάμε και ούτε καν αντιλαμβανόμαστε. Η επιστήμη της Ψυχολογίας, τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη ενός νέου κλάδου που ονομάζεται “Θετική Ψυχολογία”, προσπαθεί να αντιστρέψει αυτό το κλίμα. Οι επιστήμονες του κλάδου, υποστηρίζουν ότι βασικό ζητούμενο είναι ευημερία και ευζωϊα και για να το πετύχουμε πρέπει να απαλλαγούμε από το να ψάχνουμε τις προβληματικές συμπεριφορές και να εστιάσουμε στα θετικά, τα οποία και καλούμαστε να εντωπίσουμε και να αναπτύξουμε.

Είτε υποστηρίζεις τις θέσεις του κάδου της Θετικής Ψυχολογίας, είτε επιστημονικά στέκεσαι κάπου διαφορετικά, σας διαβεβαιώ,  ότι πολύ συχνά για να αλλάξει μια συμπεριφορά αρκεί μόνο να εστιάσεις και να προτάξεις ένα θετικό χαρακτηριστικό για κάποιον. Είναι τόσο τεράστιο το κίνητρο της επιδοκιμασίας των άλλων και της αποδοχής, που μπορεί να αλλάξει τις συμπεριφορές και τη λειτουργικότητα του ατόμου μαγικά. Είναι σημαντικό ο καθένας να νιώθει καλά για όσα πρεσβεύει, να επιτρέπουμε στα παιδιά να κάνουν λάθη και να τα ωθούμε να πιστέψουν ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Να αναγνωρίζουμε τις δυνατότητες και τις αδυναμίες, να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι και να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα. Έτσι θα δημιουργήσουμε ένα μονοπάτι, που τα παιδιά θα μπορούν να περπατήσουν ώστε να εξελιχθούν σε ενήλικες με υψηλή αυτοπεποίθηση και θετική αυτο-εικόνα.

0

Ποιά είναι άραγε η πιο δύσκολη ηλικία;

Η γονεϊκότητα είναι διαφορετικά απαιτητική σε κάθε ηλικιακή και αναπτυξιακή φάση του παιδιού. Οι πρώτοι μήνες, στο πρώτο ειδικά παιδί, χαρακτηριστικό είναι το έντονο στρες μια καινούριας και μη ελεγχόμενης κατάστασης. Γύρω στον πρώτο χρόνο, το παιδί αυτονομείται στη βάδιση και η περίοδος αυτή συνοδεύεται από έντονη σωματική κούραση για το γονιό. Στα 2-3 χρόνια το παιδί έχει πάρα πολύ έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις ( τα γνωστά tantrums), έντονη κινητικότητα και αστείρευτη ενέργεια. Από τα 4 μέχρι και τα 8 με 9 του χρόνια ακολουθεί μια περίοδος έντονων γνωστικών αναζητήσεων και συλλογή εμπειριών καθώς και προετοιμασία για την ένταξη στην προεφηβεία που χαρακτηρίζεται από σωματικές αλλαγές , ορμονικές διαταραχές και τάση για αυτονομία. Ακολουθούν τα χρόνια της προεφηβείας και εφηβείας, όπου οι αλλαγές είναι τεράστιες. Τόσο συναισθηματικά, σωματικά, κοινωνικά, ορμονικά δεν υπάρχει κανένας αναπτυξιακός άξονας που να μένει ανεπηρέαστος στα χρόνια αυτά.

Η αλήθεια όμως είναι, ότι οι εναλλαγές αυτές και όλο αυτή η αναπτυξιακή διαδρομή είναι τόσο δύσκολες για τους γονείς και το παιδί όσο και συναρπαστικές. Το μονοπάτι προς την αυτονομία, την δημιουργία μιας ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, μια συμπαγούς προσωπικότητας είναι μια εκπληκτική αναπτυξιακή κατάκτηση. Και όταν έρθει εκείνη η ώρα, που το παιδί έγινε ένας ενήλικας αυτόνομος, αποζητούμε τα χρόνια που πέρασαν και αναρωτιόμαστε, πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός; Απολαύστε κάθε δύσκολη και εύκολη στιγμή, κρατήστε κάθε μνήμη που σας ταράζει ή σας εκπλήσσει. Ο χρόνος τρέχει…

0

Πώς τον έκανες έτσι; Μόνο τη μαμά του θέλει!

Ο κοινωνικός περίγυρος πάντα έχει μια “σωστή” συμβουλή να δώσει , ειδικά σε θέματα διαπαιδαγώγησης και ανατροφής. Το να σηκώνεις το δάχτυλο και να υποδεικνύεις ορθές μεθόδους διαπαιδαγώγησης, που ξεπερνούν την επιστημοσύνη του Piaget και τις μεθόδους που ανέπτυξε η Montessori, είναι μια πάγια τακτική στην ελληνική, τουλάχιστον κοινωνία.

Μία από τις πιο τυπικές συζητήσεις, που μονοπωλούν το ενδιαφέρον οικογενειακών συγκεντρώσεων με μικρά παιδιά, είναι η προτίμηση του παιδιού, να αναζητά , να προσκολλάται στο πρόσωπο φροντίδας του , και κυρίως στη μητέρα του, καθώς και να αντιδρά άσχημα κατά την απομάκρυνσή της ή όταν δεν είναι πια στο οπτικό του πεδίο.Η “επιστημονική ομάδα”, που συνήθως απαρτίζεται από γιαγιάδες, παππούδες, θείους, θείες, από τον έταιρο σύντροφο και γονιό αλλά και συχνά από άλλους γονείς, αποκαλεί αυτή τη συμπεριφορά “μαμακίαση” και προσθέτει “πώς τον/την έκανες έτσι;” ” δεν μπορούμε να τον/την πάρουμε μια αγκαλιά”, “περνάς πολύ χρόνο μαζί του/της και δεν του κάνεις καλό” και η λίστα δεν τελειώνει.

Η προσκόλησση στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια πολύ φυσιολογική και ζητούμενη αναπτυξιακή φάση στη ζωή και την εξέλιξη ενός παιδιού. Η έναρξή της κυμαίνεται από τους 18 μήνες με 2 έτη και ολοκληρώνεται τον 3ο μπορεί και 4ο χρόνο της ζωής ενός παιδιού. Φυσικά το διάστημα αυτό είναι υποκειμενικό, έχει να κάνει με την προσωπικότητα του παιδιού και του γονιού και ο,τιδήποτε συν πλην 6 μήνες επίσης εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της τυπικής ανάπτυξης. Η προσκόλληση, όταν εντάσσεται μέσα στο προαναφερόμενο διάστημα, όχι μόνο δεν είναι μια προβληματική συμπεριφορά, αλλά η απουσία αυτής μας προβληματίζει σημαντικά. Το παιδί , χρειάζεται να αναπτύξει ένα δεσμό προσκόλλησης με το πρόσωπο φροντίδας, για να μπορέσει έτσι με ασφάλεια να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του που είναι γεμάτος προκλήσεις και ανισορροπίες. Το παιδί τίνει να προσκολληθεί στο πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του, όχι μόνο την καθημερινή φροντίδα σε πρακτικά ζητήματα, αλλά και τη συναισθηματική του ανακούφιση και εκπαίδευση.

Το ζητούμενο είναι πως το παιδί θα “λύσει” αυτό το δεσμό προσκόλλησης, δλδ πώς θα περάσει μέσα από αυτή τη φάση της ζωής του. Είναι δεδομένο, ότι η φάση αυτή θα τελειώσει και το μόνο που χρειάζεται είναι χρόνος. Το αν όμως το παιδί θα νιώσει το αίσθημα της ασφάλειας σε αυτή τη διαδικασία ή όχι είναι μεγίστης σημασίας. Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το τί συνέπειες έχει η δημιουργία ενός ασφαλούς ή ανασφαλούς δεσμού προσκόλησσης κατά την παιδική ηλικία, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντικότητά του. Σήμερα ξέρουμε πώς υπάρχουν ευθείες συσχετίσεις του δεσμού προσκόλλησης, με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε αργότερα, στην ενήλικη ζωή μας, να δημιουργήσουμε συναισθηματικούς δεσμούς με τους συντρόφους μας .

Ο γονιός χρειάζεται να αποδέχεται το συναίσθημα του παιδιού και να μην τοποθετείται με βάση τις εισηγήσεις των γύρω του. Το να πω σε ένα παιδί, “δεν πρέπει να φοβάσαι”, ή “δεν πρέπει να στεναχωριέσαι”, είναι μια ματαιότητα που δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είναι φυσιολογικό και να φοβάται και να στεναχωριέται όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ενήλικες. Το να προσπαθώ να αποκόψω βίαια το παιδί από το πρόσωπο φροντίδας, χωρίς να το έχω προετοιμάσει για αυτό και να ακολουθώ την επιστημονική οδηγία ” άστο να κλάψει και θα του περάσει”, επίσης δεν είναι ορθό. Θα του “περάσει” γιατί θα εξαντληθεί από το κλάμα και όχι γιατί συνειδητοποιεί τη συμπεριφορά.

Βεβαίως υπάρχουν φορές που πρέπει ο γονιός να αποχωρήσει, γιατί για παράδειγμα εργάζεται, και το παιδί δεν νιώθει καλά και αντιδρά έντονα σε αυτό τον αποχωρισμό. Είναι σημαντικό να το προετοιμάσω για το τι θα ακολουθήσει, να είμαι συνεπής στο χρόνο που θα υποσχεθώ ότι θα γυρίσω και να κάνω μια μεγάλη αγκαλία λέγοντας ” είναι πολύ φυσιολογικό που στεναχωριέσαι, κι εγώ στεναχωριέμαι λίγο που πρέπει να σε αφήσω αλλά δεν έχω επιλογή. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσεις τέλεια και θα γυρίσω πριν το μπάνιο σου για να το κάνουμε μαζί”. Ο γονιός είναι συμμέτοχος, προφανώς στη διαδικασία της ανακούφισης και αυτό δεν αφορά μόνο την αποκρισή του απέναντι στο παιδί του, αλλά και τη διαχείριση του δικού του συναισθήματος. Η ένταση και η διάρκεια της φάσης αυτής, ταυτίζεται απόλυτα με την επιθύμια του γονιού να καταστεί το παιδί του αυτόνομο και να του “επιτρέψει” να μην τον χρειάζεται πια. Γονείς που επιβεβαιώνουν την αγάπη του παιδιού τους, μέσα από την ένταση του κλάματος και της απαιτητικής συμπεριφοράς του παιδιού για την επιστροφή τους, δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να περάσουν με ασφάλεια μέσα από την αναπτυξιακή αυτή φάση.

Η έντονη περίοδος προσκόλλησης του παιδιού στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια δύσκολη περίδος για τον ίδιο το φροντιστή. Είναι μια περίοδος που συχνά δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος και αυτό δεν είναι πάντα αντικείμενο απόλαυσης από την πλευρά του γονιού. Να σκέφτεστε ότι η περίοδος αυτή είναι μια τεράστια ευκαιρία συναισθηματικής εκπαίδευσης για το παιδί σας και επίσης είναι μια περίοδος που το εξοπλίζετε με σημαντικά εφόδια για το πως θα διαχειριστεί τις δικές τους συναισθηματικές σχέσεις αργότερα. Το σημαντικότερο όμως που πρέπει να σκέφτεστε, όταν δεν μπορείτε να πάτε ούτε στην τουαλέτα μόνοι σας,  είναι ότι ο χρόνος είναι σύμμαχος!

0

Μην χοροπηδάς, μην κάνεις ψίχουλα, μην αναπνέεις…στο λέει η μαμά!

Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι παντού διαθέσιμη, αλλά καθόλου εύκολο δεν είναι να την ελέγξεις, η γονεϊκότητα έχει αναχθεί σε εξίσωση πυρηνικής φυσικής. Θα βρεις παντού οδηγούς για τα πάντα, “πώς να είσαι καλός γονιός”, “πώς να μεγαλώσεις ευτυχισμένα παιδιά”, “τα 100 πράγματα που δεν πρέπει να πεις στα παιδιά σου” κ.α., και φυσικά υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα, που καταδεικνύουν χωρίς αμφιβολία πως κάποιες συμπεριφορές όταν επαναλαμβάνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα από την πλευρά του γονιού επηρεάζουν το παιδί του, αλλά οι οδηγοί είναι για τις μηχανές και όχι για τους ανθρώπους.

Ένα σύνηθες αποτέλεσμα της αγωνίας του κάθε γονιού να είναι ένας εξαιρετικός γονιός, είναι να προσπαθεί να “τσεκάρει” στο μυαλό του, αν το παιδί του πληρεί όλα τα κριτήρια ενός “καλού” παιδιού, σύμφωνα με τον οδηγό “Οι 20 καλύτερες συμπεριφορές”. Και κάπως έτσι αρχίζει ο ατέρμονος κύκλος των “μη”. “Μην τρως και κάνεις ψίχουλα”, “μη μιλάς δυνατά”, “μη χοροπηδάς, θα πέσεις”, “μη χτυπάς τα άλλα παιδιά”, “μην αντιμιλάς στη δασκάλα”, ” μην κάθεσαι λερωμένος στον καναπές”…Αλήθεια, πόσοι από εσάς έχετε συζητήσει με φίλους και συγγενείς, το πόσο αφόρητη συμπεριφορά είναι αυτή για να τη δέχεσαι, από το σύντροφό σας πιθανώς ή στον εργασιακό σας χώρο; Το παιδί , επειδή συνήθως δεν μπορεί να αντιδράσει λεκτικά στην αυθεντία του γονιού, καταφεύγει στις εξής λύσεις : κωφεύει, αδιαφορεί ή υιοθετεί συμπεριφορές που δεν είναι πολύ λειτουργικές ( π.χ. γίνεται αεικίνητο, κάνει εκρήξεις θυμού, σας ειρωνεύεται, πετάει πράγματα κ.τ.λ.)

Είναι γεγονός πως υπάρχουν συμπεριφορές που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία του παιδιού, και στις οποίες καλείστε να υποδείξετε το σωστό, γιατί είναι μέρος του ρόλου σας ως γονείς (π.χ. το πλύσιμο των χεριών, τη λήψη κατάλληλων τροφών, τους κανόνες επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία) και σαφώς η ύπαρξη ορίων είναι μεγίστης σημασίας και προτεραιότητας στην εξέλιξη των παιδιών. Είναι όμως επίσης γεγονός, ότι τα παιδιά δεν μπορούν να ζουν κλεισμένα μέσα σε μια μέγγενη απαγορεύσεων, γιατί αυτό δεν τα ευχαριστεί. Σκέφτείτε, αν πολλές φορές οι παρατηρήσεις που αναγκάζεστε να κάνετε, αφορούν κάτι που πραγματικά σας ενοχλεί, ή αν αφορούν μια συμπεριφορά που κάποιος τρίτος σας υποδεικνύει ( ” πώς μιλάει έτσι το παιδί, δε θα του πεις κάτι; Πώς λερώνεται έτσι το παιδί, δεν του έχεις πει να μην πηγαίνει στα χώματα;). Τέλος σκεφτείτε, τί έχει για εσάς πραγματική αξία, ένα ευτυχίσμενο και ισορροπημένο παιδί και μια παραγωγική σχέση μεταξύ σας ή  ένα παιδί που ικανοποιεί ανάγκες τρίτων και μέσα από αυτή του τη δεξιότητα κάποιος σας χτυπά την πλάτη και σας λέει “είσαι καλός γονιός, το παιδί σου σε ακούει”.

Οι πολλές απαγορεύσεις και οι συνεχείς υποδείξεις, “περνάνε” στα παιδιά μηνύματα, όχι πολύ βοηθητικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Το πρώτο είναι ότι δεν δικαιούσαι να κάνεις λάθη, το δεύτερο ότι δεν είσαι έτσι ακριβώς όπως σε θέλω και το τρίτο είναι ότι  δεν μπορείς να είσαι αυτό που επιθυμείς , πρέπει να χωρέσεις μέσα στα καλούπια που σου έφτιαξα, εγώ ο γονιός σου, που “ξέρει”.

Σκεφτείτε επίσης, ότι αν κάτι που δοκιμάζετε ως γονεϊκή τακτική δεν είναι λειτουργική για το παιδί σας και για εσάς και έχει ως συνέπεια την εμφάνιση συμπεριφορών που σας προβληματίζουν, το πρώτο που καλείστε να κάνετε είναι να την αλλάξετε. Δοκιμάστε λοιπόν να αφήσετε τα πολλά “μη” και να πιάσετε το χέρι, να πάρετε αγκαλιά και να εστιάσετε σε όσα θαυμάζετε στο παιδί σας, σε όσα αγαπάτε πολύ, σε όσα σας κάνουν περήφανους!

 

0

Προσαρμογή στο σχολείο, δάκρυα και ανησυχίες

Μία από τις πιο έντονες ανησυχίες το διάστημα αυτό, για τους γονείς μικρών παιδιών είναι η προσαρμογή τους στο σχολείο. Είτε το παιδί θα ενταχθεί για πρώτη φορά στο σχολείο , είτε μεσολάβησε ένα σημαντικό διάστημα μέσα στο καλοκαίρι και τώρα πρέπει να ξαναπάει σχολείο, η ανησυχία και του παιδιού αλλά και του γονιού είναι η ίδια. Πόσο μάλλον όταν τα ίδια τα παιδιά, και πολύ λογικά αν το σκεφτείτε, έχουν ήδη προβεί σε βαρύγδουπες δηλώσεις « εγώ δε θα πάω σχολείο, θα κάτσω με τη γιαγιά», « εγώ δε θα ξαναπάω σχολείο, θα μείνω για πάντα στο μέρος που κάνουμε διακοπές» ή ακόμα και « πήγα σχολείο πριν το καλοκαίρι, τώρα δε θα ξαναπάω». Ο συναισθηματικά εμπλεκόμενος γονιός, ακούει αυτές τις δηλώσεις πολύ βαριές και κάποιες φορές σκέφτεται, συναισθηματικά πάντα, «μάλλον το παιδί μου δεν περνάει καλά», « μήπως η δασκάλα δεν είναι καλή» κτλ.

Από την άλλη πλευρά, ο γονιός του παιδιού που θα ενταχθεί πρώτη φορά σε μια δομή προσχολικής εκπαίδευσης, έχει χίλιες αγωνίες που τον βασανίζουν. Ο περίγυρος λέει ότι το παιδί είναι μικρό για να πάει σχολείο, ο ίδιος ο γονιός σκέφτεται ότι «αναγκάζεται» να πάει το παιδί του σχολείο και να του δημιουργήσει όλη αυτή την αναστάτωση και επίσης σκέφτεται ότι θα δημιουργήσει ανασφάλεια στο παιδί και «ψυχολογικά προβλήματα», ότι και αν αυτό σημαίνει.

Η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική από αυτό, αλλά είναι γεγονός ότι κάθε μετάβαση και κάθε μεγάλη αλλαγή, χρειάζεται ένα σημαντικό διάστημα προσαρμογής, το οποίο δεν είναι πάντα εύκολο. Δύσκολα συναντάμε παιδιά που δεν κλαίνε τουλάχιστον την πρώτη εβδομάδα στο σχολείο μετά τον αποχωρισμό και αρκετά μάλιστα δεν προσαρμόζονται σε αυτή την κατάσταση ακόμα και μετά από μερικές εβδομάδες, γεγονός που θεωρείται φυσιολογικό. Η ευκολία και η ταχύτητα με την οποία ένα παιδί θα προσαρμοστεί στο σχολείο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και από μόνο  του ως γεγονός δεν είναι δείκτης καλής γονεϊκότητας. Ωστόσο υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούν οι γονείς να κάνουν για να διευκολύνουν την προσαρμογή αυτή.

  • Προετοιμάστε το παιδί για την ένταξη του στο σχολείο κοντά στην έναρξη του σχολείου, π.χ. 5-7 μέρες πριν. Δεν είναι βοηθητικό να το συζητάτε μήνες πριν , όπως και δεν είναι καθόλου βοηθητικό να μην έχετε κάνει καμία αναφορά . Eστιάστε στα διασκεδαστικά πράγματα που θα κάνει με έμφαση σε εκείνα που αρέσκεται και αποφύγετε συμβουλές που αναδεικνύουν τις δυσκολίες ( π.χ. δεν θα πηγαίνεις στις σκάλες , μπορεί να πέσεις, δεν θα χτυπάς τα παιδιά και αν σε χτυπάνε θα το λες στη δασκάλα, δε θα ακουμπάς τα βρώμικα σημεία στην αυλή κτλ)
  • Υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και που αφορούν ακριβώς αυτή τη μετάβαση και το τι μπορεί να περιμένει
  • Θα πρέπει, οπωσδήποτε να κρατάτε το πρόγραμμα της προσέλευσης και της αναχώρησης του παιδιού σταθερό και να του δίνεται περιγραφικές οδηγίες για να προσεγγίζει το χρόνο ( π.χ. θα έρθω να σε πάρω μετά το μεσημεριανό φαγητό ή θα φας , θα ξεκουραστείς και μετά η μαμά θα έρθει να σε πάρει κτλ.)
  • Κατά τη διάρκεια της προσαρμογής θα πρέπει να συνεργαστείτε με τους δασκάλους , που έχουν σίγουρα την εμπειρία να σας πουν πως πρέπει η μετάβαση να γίνει.
  • Θα πρέπει να ελέγξουμε τις δικές μας ανησυχίες και φόβους , οι οποίοι γίνονται πάντα αντιληπτοί από το παιδί είτε λεκτικά τους δηλώνουμε είτε όχι.
  • Μετά την περίοδο της προσαρμογής, μην περιμένετε ότι το παιδί θα πηγαίνει αδιαμαρτύρητα στο σχολείο. Το πρωί θα πρέπει να το αφήνετε και να φεύγετε, ακόμη και αν το ακούτε να κλαίει. Το να γυρίσετε πίσω να το καθησυχάσετε δυσκολεύει τη διαδικασία του αποχωρισμού. Είναι σα να βάζετε το παιδί να το περνάει δύο και τρεις φορές, αφού με την επιστροφή σας πιστεύει ότι θα το πάρετε και μετά το αφήνετε ξανά.
  • Για ένα γονιό να ακούει το παιδί του να κλαίει δεν είναι καθόλου εύκολο και του δημιουργεί πολύ στρες. Παρόλαυτα θα πρέπει εσείς να αποπνέεται σιγουριά στο ίδιο το παιδί όταν το αφήνετε και να έχετε μια σταθερή συμπεριφορά. Είναι πολύ τυπικό να ακούει ο γονιός από το δάσκαλο, « μετά από 5 λεπτά ηρέμησε και ήταν μια χαρά».
  • Ελέγξτε την ανασφάλειά σας όταν το παιδί σας αποζητά τη δασκάλα ή φαίνεται να είναι πια σημαντική για εκείνο, αυτός είναι ο στόχος. Η προτίμηση αυτή δεν υπονομεύει τη δική σας σχέση με το παιδί σας, αλλά διευκολύνει τη δική του προσαρμογή, χρειάζεται να βρει ένα πρόσωπο ασφάλειας και φροντίδας στο σχολικό πλαίσιο και αν αυτή είναι η δασκάλα ή ο δάσκαλος τότε είστε εξαιρετικά τυχεροί.

Όπως είναι δύσκολη για το γονιό αυτή η περίοδος, άλλο τόσο δύσκολη και ίσως περισσότερο, είναι και για το παιδί. Υπάρχουν συμπεριφορές που εμφανίζονται στο μέσο όρο των παιδιών και που θεωρούνται φυσιολογικές, όταν αυτές δεν ξεπερνούν ένα εύλογο χρονικό διάστημα των 1-2 μηνών και κυρίως όταν τις βλέπετε να βελτιώνονται σημαντικά με την πάροδο των ημερών και να δεν εγκαθιδρύονται. Ενδεικτικές συμπεριφορές που εμφανίζονται την περίοδο αυτή είναι οι εξής :

  • Άρνηση να πάει στο σχολείο το πρωί
  • Άρνηση να ντυθεί ή να βάλει παπούτσια
  • Ανήσυχος ύπνος
  • Άρνηση λήψης τροφής στο σχολείο ή ακόμα και στο σπίτι
  • Αμφιθυμία / εκρήξεις θυμού
  • Υπερκινητικότητα
  • Εντονότερη προσκόλλησή στο πρόσωπο φροντίδας
  • Νυχτερινή ενούρηση
  • Παλινδρόμηση σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια

Δεν είναι απαραίτητο ότι όλα τα παιδία θα εμφανίσουν το σύνολο των συμπτωμάτων, όπως επίσης είναι και πιθανό να εμφανίσουν ένα άλλο σύμπτωμα,  ως ένδειξη ανησυχίας που εξαρτάται πολύ από το χαρακτήρα του κάθε παιδιού, την ιδιοσυγκρασία και τις συνήθειες του. Όλες αυτές οι συμπεριφορές, όταν προέρχονται από το στρες της προσαρμογής,  είναι παροδικές και θα πρέπει να τις βλέπετε να μειώνονται στην πάροδο των ημερών, όσο το παιδί αρχίζει να εμπιστεύεται το σχολικό πλαίσιο και νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια.

Αυτό που είναι σημαντικό να θυμάστε ως γονείς, είναι ότι οι πρώτες ημέρες του σχολείου περιέχουν κλάμα, δυσαρέσκεια, αμφιθυμία και συναισθηματική φόρτιση και για εσάς και για το παιδί. Επίσης σημαντικό είναι να σκέφτεστε ότι όλα αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά, μπορείτε να συμμετέχετε ενεργά στο να διευκολύνετε την εξέλιξή τους και ο χρόνος είναι σύμμαχος σας. Τέλος, είναι βέβαιο ότι τα οφέλη της σχολικής ένταξης είναι τεράστια και αδιαμφισβήτητα και υπερσκελίζουν κάθε παροδική αναταραχή που μπορεί να προκληθεί το πρώτο διάστημα. Καλή σχολική χρονιά!

0

Aυτισμός (ΔΑΦ)

Η πρώτη αναφορά στον αυτισμό, αφορούσε σε άτομα έγκλειστα σε ψυχιατρικά ιδρύματα , κλεισμένα στον εαυτό τους και έγινε από τον Ελβετό ψυχίατρο Bleuler το 1911. Μόλις 30 χρόνια μετά δύο άλλοι ψυχίατροι (Kanner, Asperger) μίλησαν για παιδιά που παρουσίαζαν ελλείματα στην κοινωνική ανάπτυξη, είχαν μια ιδιόμορφη γλωσσική ανάπτυξη και στερεοτυπικά- περιορισμένα ενδιαφέροντα και σαφώς καμία σχέση με ψυχωσική συμπτωματολογία.

Σήμερα η διάγνωση αναφέρεται σε παιδιά που βρίσκονται στο Αυτιστικό Φάσμα ( Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος – ΔΑΦ) και γνωρίζουμε ότι τα παιδιά αυτά υπολείπονται σε κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, δυσκολεύονται ως προς την πρωτοβουλία επικοινωνίας, χρειάζονται εκπαίδευση στην αναγνώριση, διαχείριση και δόκιμη έκφραση του συναισθήματος.

Ο μύθος ότι τα παιδιά στο Φάσμα του Αυτισμού υπολείπονται σε γνωστικές ικανότητες, έχει σήμερα καταργηθεί και οι στατιστικές δείχνουν ότι μόνο το 50% των παιδιών που φέρουν τέτοια διάγνωση έχουν και σοβαρά νοητικά ελλείματα.

Το υπόλοιπο 50% είναι παιδιά με καλό νοητικό δυναμικό, αν και οι δυσκολίες στους τομείς της κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης παραμένουν.

Για τον Αυτισμό γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα τη γενετική προδιάθεση και τη γονιδιακή καταβολή, αλλά λόγω του επιπολασμού της εμφάνισης ( παλαιότερα ήταν 1/2000 παιδιά, σήμερα σε κάποιες χώρες ανά τον κόσμο διαγιγνώσκονται 1/68 κορίτσια και 1/42 αγόρια), δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το ρόλο του περιβάλλοντος στην εκδήλωση και εξέλιξη της διαταραχής.

Παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα και παραπέμπονται σε παρέμβαση πολύ νωρίς, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός καλού νοητικού δυναμικού , μπορούν να έχουν μια εξαιρετική πορεία και λειτουργική ζωή που είναι και το ζητούμενο.

Στην Ελλάδα, τα παιδιά που φέρουν διάγνωση ΔΑΦ, σε κάποιες περιπτώσεις εντάσσονται στη γενική εκπαίδευση και με την τοποθέτηση παράλληλης στήριξης προοδεύουν και εκπαιδεύονται. Η συστηματική και πολυεπίπεδη παρέμβαση ( εργοθεραπεία, λογοθεραπεία, ειδική διαπαιδαγώγηση, ψυχοεκπαιδευτική καθοδήγηση κτλ) είναι μια διαδικασία συστηματική και η διάρκειά της χρονικά καθορίζεται από διάφορους παράγοντες. Σημαντικότατη είναι η ηλικία παραπομπής και έναρξης της παρέμβασης , μιας και η πλαστικότητα του εγκεφάλου σε μικρότερες ηλικίες επιτρέπει την ευελιξία στη σκέψη και την διαφοροποίηση στη συμπεριφορά.